Στρες και χρόνιος πόνος

Όταν κάποιος σπάει το πόδι ή το χέρι του, κάνει ένα χειρουργείο, καίγεται σε κάποιο σημείο κ.α., νιώθει πόνο σε συγκεκριμένο σημείο και για εμφανή λόγο. Τις περισσότερες φορές αυτός ο πόνος με την κατάλληλη φροντίδα ανακουφίζεται και θεραπεύεται. Κάποιες φορές υπάρχει μια ξεκάθαρη αιτία του πόνου, όμως κάποιες άλλες, δεν υπάρχει μια ιατρική κατάσταση που να περιγράφει ακριβώς την αιτία του πόνου. Πολλές φορές ο χρόνιος πόνος ξεκινάει με ένα οξύ επεισόδιο και στη συνέχεια αυτά τα επεισόδια μπορεί να αυξηθούν σε ένταση και σε συχνότητα, οπότε ο πόνος να γίνει χρόνιος. Τέτοιου είδους πόνοι μπορεί να είναι η οσφυαλγία, οι πονοκέφαλοι και οι ημικρανίες, ο πόνος στους ώμους, ο αυχενικός πόνος, ισχιαλγία, πόνοι στα γόνατα, χρόνιος μετεγχειρητικός πόνος και άλλα. Γνωρίζουμε ότι πολλές φορές, πίσω από ψυχοσωματικές εκδηλώσεις και χρόνιο πόνο, υπάρχει χρόνιο παρατεταμένο στρες. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, στις περιπτώσεις ενός σύντομου και οξέος στρεσογόνου συμβάντος απελευθερώνει μια σειρά χημικών ουσιών που απαλύνει και ανακουφίζει άμεσα τον πόνο. Γι αυτό το λόγο, συχνά σε έναν τραυματισμό δεν αισθανόμαστε άμεσα πόνο παρά μόνο μετά το πέρας ενός χρονικού διαστήματος αφού ο εγκέφαλος είναι ικανός να τον καταστείλει στη περίπτωση του έντονου στρες. Τα πράγματα όμως αλλάζουν όταν πρόκειται για χρόνιο στρες, όπου εκεί οι δυνατότητές του εγκεφάλου στην έκκριση αυτών των αναλγητικών ουσιών εξαντλούνται. Επίσης το μακράς διάρκειας στρες, επιβαρύνει την ικανότητα του εγκεφάλου να παράγει ντομαπίνη η οποία είναι συνδεδεμένη με την ευχαρίστηση. Το χρόνιο στρες λοιπόν, εμποδίζει την κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και εφόσον οι αναλγητικές – προστατευτικές του ιδιότητες εξαντλούνται, δημιουργουνται οι συνθήκες για τον χρόνιο πόνο.

Τα συναισθήματα που συνοδεύουν τους ανθρώπους με χρόνιο πόνο είναι πολλά και επιβαρυντικά τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για το περιβάλλον του. Η κατάθλιψη, το γενικευμένο άγχος, το χρόνιο στρες συνήθως συνυπάρχουν με τον χρόνιο πόνο ή ο πόνος είναι ένα σύμπτωμα των παραπάνω συναισθηματικών καταστάσεων. Για πολλούς ανθρώπους, η μόνιμη ερώτηση που κάνουν στον εαυτό τους κάθε μέρα είναι »πόσο θα πονέσω σήμερα» και »γιατί το περνάω αυτό» αφού τις περισσότερες φορές τα συμπτώματα μοιάζουν ακατανόητα, χωρίς σύνδεση με την πραγματικότητα των ανθρώπων. Καποιοι, κατάφερνουν να διαχειριστούν, να ελέγξουν, να ανακουφίσουν ή σε ένα βαθμό να θεραπεύσουν τον χρόνιο πόνο και τις ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, αλλά άλλοι δυσκολεύονται πολύ να βγουν από έναν πολύ μοναχικό κόσμο που είναι γεμάτος από θυμό, απογοήτευση, φόβο και μοναξιά. Τόσο οι κοινωνικές σχέσεις όσο και η επαγγελματική ζωή επιβαρύνονται αφού πολλές φορές το άτομο δε μπορεί να είναι λειτουργικό και είναι ανήμπορο να κάνει αυτά που απαιτεί η καθημερινότητα. Επειδή ο πόνος μοιάζει να μη μπορεί να ελεγχθεί, οι σχέσεις και ο κοινωνικός περίγυρος μοιάζει να μη μπορούν να προσφέρουν, να βοηθήσουν και πολλές φορές ούτε και να καταλάβουν, ιδίως αν το σύμπτωμα δε συνοδεύεται από μια ιατρική γνωμάτευση και δεν είναι απόρροια μιας συγκεκριμένης ιατρικής κατάστασης.

Η κατάσταση του κάθε ανθρώπου είναι μοναδική και δεν υπάρχει μια καθολική ερμηνεία που να πλαισιώνει τον πόνο. Η πολύπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης και μια σειρά συγκεκριμένων παραγόντων για κάθε άτομο, επιτρέπει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο συγκεκριμένο πόνο να αναδυθεί. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει ένα ασφαλές πλαίσιο όπου το άτομο μπορεί να μιλήσει για τον πόνο του, να τον συνδέσει με την προσωπική του εσωτερική συναισθηματική πραγματικότητα, να τον κατανοήσει, και να τον υποστηρίξει στο να αντέξει τον συναισθηματικό πόνο από τον οποίο μπορεί να τον προφυλάσσει το σύμπτωμα. Η κατανόηση των μηχανισμών που χρησιμοποιεί ο κάθε άνθρωπος για να ανταπεξέλθει στο άγχος και η μείωση του στρες μπορούν να προσφέρουν σημαντική ανακούφιση. Τα σωματικά συμπτώματα πολλές φορές αποτελούν σωματοποιημένη εξωτερίκευση συναισθημάτων που δεν έχουν άλλο τρόπο να εκφραστούν και πολλές φορές είναι εκεί για να θυμήσουν στο άτομο ότι υπάρχει μια εκκρεμότητα και ένα κομμάτι που ζητάει φροντίδα.

Οι άνθρωποι που στον περίγυρό τους ή στις κοντινές τους σχέσεις έχουν ανθρώπους που υποφέρουν απο ψυχοσωματικές εκδηλώσεις ή χρόνιο πόνο μπορεί να βοηθήσουν με το να μπορέσουν να ακούσουν και να συναισθανθούν το άτομο που πονάει, με το να του επιτρέψουν να θεραπευτεί με τον δικό του ρυθμό και με τον δικό του τρόπο. Τέλος, είναι χρήσιμο, τα σωματικά συμπτώματα που δεν φέρουν μια συγκεκριμένη ιατρική διάγνωση, να αντιμετωπίζονται σαν σωματικά συμπτώματα πραγματικά και με νόημα και όχι σαν πόνοι- συμπτώματα »φαντάσματα», ακατανόητα και χωρίς νόημα.